ετοιμοδώρητος

ἑτοιμοδώρητος, -ον (Μ)
1. ο έτοιμος, ο πρόθυμος σε δωρεές
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτοιμοδώρητον
η εκούσια, η πρόθυμη προσφορά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δωρητός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έτοιμος — η, ο (ΑΜ ἕτοιμος, η, ον και ἕτοιμος, ον Α και ἑτοῑμος, η, ον και ἑτοῑμος, ον) 1. ο παρασκευασμένος, ο προετοιμασμένος για κάτι, ο πρόχειρος, ο διαθέσιμος, ο κατάλληλος για άμεση χρήση (α. «ὀνείαθ ἑτοῑμα προκείμενα», Ομ. Οδ. β. «καί τοι ταῡτα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.